Η ιστορία του χωριού ψηφιακά στην ιστοσελίδα της Νεολαίας

ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ


Όλες οι μαρτυρίες, οι φωτογραφίες, οι ιστορικές καταγραφές είναι αποτέλεσμα της έρευνας που διεξήγαγε η Αβραάμ Κατερίνα, Μέλος της Νεολαίας Αγίου Αντωνίου και Φοιτήτρια του Τμήματος Παρευξείνιων Χωρών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.


Άγιος Αντώνιος:

Βρίσκεται στις νότιες πλαγιές του όρους «Κάλαυρος», κοντά στα σύνορα του Νομού Χαλκιδικής και Θεσσαλονίκης. Το χωριό. Όμως, υπάγεται στο Νομό Θεσσαλονίκης.

Στα αρχαία χρόνια, η περιοχή ήταν γνωστή ως Αγία Ιερουσαλήμ, επειδή υπήρχε μία αρχαία πόλη ανάμεσα στον Άγιο Αντώνιο και το Μονοπήγαδο, στην οποία φημολογείται ότι υπήρχε ο Ναός του Σολομώντα. Την περίοδο του 1922-1923 άρχισαν να καταφθάνουν στην τοποθεσία Πόντιοι από την περιοχή της Ορντού, ή αλλιώς Κοτύωρα. Η πρώτη τους εγκατάσταση ήταν στην περιοχή της Καλαμαριάς. Ωστόσο, επειδή δεν ήταν εξοικειωμένοι με τη θάλασσα, ξεκίνησαν την αναζήτηση για μια πιο ορεινή περιοχή. Το ομώνυμο χωριό Αγιαντών (ο Άγιος Αντώνιος στην ποντιακή διάλεκτο), της Ορντού του Πόντου είχε υψόμετρο 450 με 500 μέτρα από την θάλασσα.

Μετά την περιήγησή τους σε διάφορα μέρη της Βορείου Ελλάδας εγκαταστάθηκαν λίγο πιο έξω από τον τούρκικο οικισμό Κιουτσουκλί. Το Κιουτσουκλί σήμαινε μικρό χωριό. Τον οικισμό, στον οποίο εγκαταστάθηκαν οι Πόντιοι, τον ονόμασαν Τογαντζί.

Ο λόγος εγκατάστασης τους στην περιοχή οφείλεται στο γεγονός ότι έχει υψόμετρο περίπου 300 μέτρα από την θάλασσα, καλό κλίμα και πολύ καθαρό αέρα. Αντίθετα με άλλες περιοχές, στο τότε Κιουτσουκλί, δεν υπήρχαν έλη και έτσι απέφυγαν πολλές αρρώστιες, όπως για παράδειγμα την ελονοσία. Επιπρόσθετα, στην περιοχή υπήρχαν ρέματα, τα οποία είχαν τρεχούμενο νερό όλο το έτος, καθώς και πηγάδια, είτε σε κοντινή απόσταση είτε λίγο πι μακριά από το χωριό.

Τα πηγάδια ήταν 5 και είχαν διαφορετικές ονομασίες. Ήταν «Τα Πλατάνια», τα οποία ονομάστηκαν έτσι λόγω των πλατανιών που είχε γύρω ακριβώς από το πηγάδι, το «Στραβοπήγαδο», το οποίο ονομάστηκε έτσι, γιατί το έδαφος, στο οποίο χτίστηκε ήταν στραβό, το πηγάδι «του Κώττα», το οποίο όπως λένε χτίστηκε από τον Κώττα, «Τα Καβάκια», τα οποία ονομάστηκαν έτσι, επειδή υπήρχαν σε εκείνη την περιοχή πολλά καβάκια και «Το Πάτωμα», πηγάδι για το οποίο δεν είναι γνωστή η προέλευση του ονόματός του. Το πηγάδι «Τα Πλατάνια» διατηρεί νερό όλο τον χρόνο και ήταν το μοναδικό πηγάδι, το οποίο χρησιμοποιούνταν σε περιόδους απόλυτης ξηρασίας.

ΤΟ ΣΤΡΑΒΟΠΗΓΑΔΟ
ΤΟ ΣΤΡΑΒΟΠΗΓΑΔΟ
Τα Καβάκια
Τα Καβάκια

Την ίδια περίοδο μετεγκατάστασης των Ποντίων στο Κιουτσουκλί, εγκαταστάθηκαν στο χωριό και 3 με 4 οικογένειες Θρακιωτών, των οποίων ο οικισμός ονομάστηκε Μικρό Πλαγιάρι.

Γύρω στο 1933 οι Πόντιοι και οι Θρακιώτες θέλησαν να ενωθούν σε ένα ενιαίο χωριό και να εγκατασταθούν στον κεντρικό οικισμό του χωριού. Επιθυμία και των δύο υπήρξε η μετονομασία του. Οι Θρακιώτες ήθελαν να ονομάσουν το χωριό «Μικρό Πλαγιάρι», ενώ οι Πόντιοι «Άγιος Αντώνιος», όπως το χωριό καταγωγής τους από την Ορντού του Πόντου. Οι Πόντιοι, οι οποίοι ήταν περισσότεροι, σχεδόν 5 με 6 μεγάλες οικογένειες, υπερίσχυσαν και το χωριό ονομάστηκε τελικά «Άγιος Αντώνιος». Οι πρώτοι κάτοικοι του πολιτογραφήθηκαν στην Κρήνη, αφού εκεί υπαγόταν τότε η περιοχή.

Παράλληλα, σε απόσταση 5-6 χιλομέτρων από τον Άγιο Αντώνιο, υπήρχε ο οικισμός «Ντερέ Μαχαλάς», στον οποίο ζούσαν οι Σαρακατσάνοι. Οι Σαρακατσάνοι, καθώς ήταν νομαδικός λαός, ενσωματώθηκαν στο χωριό γύρω στο 1945-1950. Μετά τη μόνιμη εγκατάσταση τους στον Άγιο Αντώνιο, το πληθυσμός του χωριού άρχισε σταδιακά να αυξάνεται, φτάνοντας σήμερα να αριθμεί περί τους 647 κατοίκους, σύμφωνα με την παλαιότερη απογραφή του 2011.

ΚΑΤΟΙΚΙΑ

Οι πρώτες κατοικίες των Ποντίων και των Θρακιωτών ήταν τα λεγόμενα πληθιά. Τα σπίτια αυτά χτίζονταν από μείγμα λάσπης και αχύρων. Έβαζαν το μείγμα σε κάτι καλούπια, στα οποία έδιναν το σχήμα των σημερινών τούβλων, τα άφηναν δύο μέρες να στεγνώσει και έπειτα με αυτό τοποθετούσαν τα θεμέλια του σπιτιού. Στα θεμέλια έσφαζαν έναν κόκορα και έριχναν το αίμα του ζώου στις γωνίες. Έτσι θεωρούσαν ότι το σπίτι θα γίνει γερό. Στο χτίσιμο του σπιτιού βοηθούσαν όλοι κάτοικοι του χωριού, για να τελειώσει πολύ γρήγορα και να μπορεί να κατοικηθεί.

Με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να φτιάχνουν λιθόκτιστα σπίτια. Τις πέτρες για το χτίσιμο τις έβρισκαν στα βουνά, στα οποία πήγαιναν σε νομάδες. Αρχικά υπήρξαν 4 με 5 λιθόκτιστα σπίτια, τα οποία ανήκαν στις «Κεφαλές» του χωριού και εν συνεχεία χτίστηκαν κι άλλα.

Σε μεγάλο ποσοστό τα σπίτια ήταν χαμηλά και φτωχικά. Ήταν δίχωρα, σπανίως τρίχωρα και όλοι οι βοηθητικοί χώροι (π.χ. το μπανιο) βρίσκονταν έξω από αυτά, όπως ακριβώς και ο φούρνος τους.

Οι χώροι του σπιτιού ήταν δύο. Τον ένα από αυτούς τον χρησιμοποιούσαν για αποθήκευση τροφίμων και ζωοτροφών. Στον δεύτερο χώρο διέθεταν ένα τζάκι ή μία σόμπα, ο νάνος, η οποία χωρούσε δύο με τρία ξύλα και ήταν μικρή. Σε αυτόν τον χώρο βρισκόταν η κουζίνα, στην οποία υπήρχε ένα έπιπλο, το «φανάρι» ή «Ταρέζ», πάνω στο οποίο η νοικοκυρά τοποθετούσε τα πιάτα της, και τέλος το καθιστικό και το υπνοδωμάτιο, στο οποίο βέβαια κοιμόταν όλη η οικογένεια.

Τα δάπεδα των σπιτιών ήταν κατασκευασμένα από λάσπη. Κάθε μήνα, έβαζαν σε αυτά κοκκινόχωμα, ώστε να είναι λεία και όμορφα. 

Κάθε σπίτι είχε την αυλή του. Σε αυτήν τοποθετούσαν, όπως προείπαμε τους βοηθητικούς χώρους, τον φούρνο τους, καθώς και όλα τα ζώα. Κάθε νοικοκυριό είχε ένα κοτέτσι με είκοσι με τριάντα κότες, δύο με τρεις αγελάδες και ένα γουρούνι. Με τα ζώα αυτά τα νοικοκυριά του χωριού εξασφάλιζαν την αυτονομία όσον αφορά την διατροφή τους. Επίσης, διέθεταν ένα γαϊδούρι ή κάποιο άλογο, τα οποία είχαν την δυνατότητα να τους μεταφέρουν, να μεταφέρουν νερό από τα πηγάδια χρησιμοποιώντας ξύλινα δοχεία ή να βοηθάνε τους περισσότερους στις γεωργικές τους ασχολίες.

Όσον αφορά τους Σαρακατσάνους πριν την μόνιμη εγκατάσταση τους στο χωριό, ζούσαν στα λεγόμενα «καλύβια» στον Ντερέ Μαχαλά. Τα καλύβια ήταν είτε τετράγωνα είτε ορθά. Κατασκευάζονταν από λεπτές λιγαριές, τις οποίες έδεναν στις κορφές με κλαδιά. Για την σκεπή της καλύβας, θέριζαν σίκαλη και την τοποθετούσαν σε κυρτή θέση για να αποβάλλονται τα νερά.

Πληνθόκτιστο σπίτι
Πληνθόκτιστο σπίτι

Τα καλύβια ηταν μονόχωρα. Σε μία μεριά βρισκόταν η βάτρα (η κουζίνα) και σε μία άλλη τα στρώματα, στα οποία κοιμόντουσαν. Επιπλέον, μέσα στο καλύβι υπήρχε ένα τζάκι και ένα εικονοστάσι. Το μπάνιο δεν υπήρχε ως ένας ξεχωριστός χώρος, γινόταν έξω σηκώνοντας απλά ένα παραβάν. Τέλος, και ο φούρνος τους ήταν σε εξωτερικό χώρο.

Οι αυλές των Σαρακατσάνων δεν ήταν περιφραγμένες, καθώς ζούσαν κατά κύριο λόγο στη φύση. Είχαν κότες, αλλά όχι κοτέτσια. Επίσης, διέθεταν άλογα και σκυλιά. Το μαντρί στο οποίο είχαν τα πρόβατά τους δεν απείχε πολύ από το καλύβι τους. Ως ένα είδος εθίμου (εθιμοτυπικού) είχαν, πριν κατοικήσει μια οικογένεια μέσα στο καλύβι, να κάνουν αγιασμό.

ΓΕΩΡΓΙΑ

Η κύρια ασχολία των πρώτων κατοίκων του χωριού ήταν η γεωργία. Καλλιεργούσαν τα χωράφια που ήδη υπήρχαν από τους Τούρκους κατοίκους. Γύρω στο 1950-1956 ήταν οι χρονολογίες κατά τις οποίες δόθηκε κλήρος στους κατοίκους. Ανάλογα το μέγεθος της κάθε οικογένειας, αποκτούσαν και τα αντίστοιχα στρέμματα. Τα περισσότερα χωράφια που τους δόθηκαν ήταν εκτάσεις με θάμνους και πουρνάρια. Σε ένα πρώτο στάδιο τα καλλιεργούσαν με τα χέρια και με ένα βοηθητικό εργαλείο, το οποίο ονομαζόταν «δικέλι». Το δικέλι έμοιαζε με την σημερινή τσάπα. Με αυτό το εργαλείο έβγαζαν τις ρίζες και προετοίμαζαν το χωράφι, το οποίο μετά από αρκετή ενασχόληση μαζί του γινόταν καλλιεργήσιμο. Για την διαφύλαξη του χωραφιού τους, οι κάτοικο έφτιαχναν ένα σκιάχτρο, αν και εκείνη την εποχή υπήρχε και ο λεγόμενος αγροφύλακας. Σε περίπτωση ζημίας σε ένα χωράφι από κοπάδι κάποιου άλλου, ο αγροφύλακας σε συνεννόηση και με τους δύο υπολόγιζε τη ζημία που προκλήθηκε και το αντίτιμό της.

Άνδρας με το γαϊδούρι του, φορτωμένος με τα ξύλινα δοχεία νερού.
Άνδρας με το γαϊδούρι του, φορτωμένος με τα ξύλινα δοχεία νερού.

Τα κύρια προϊόντα των κατοίκων ήταν τα δημητριακά (σιτάρι, κριθαρι, καλαμπόκι, σουσάμι), αμπέλια, καπνά, βαμβάκι και λίγο αργότερα τα όσπρια. Η σπορά γινόταν κυρίως χειρονακτικά, γι' αυτό υπήρχε μεγάλη συνεργασία μεταξύ των κατοίκων, τα λεγόμενα «ορντάχ» ή «κιουσούκια». Στο όργωμα βοηθούσαν ακόμα και τα ζώα, βόδια ή άλογα, τα οποία τα έζευαν στο αλέτρι.

Το ίδιο με την σπορά συνέβαινε και στον θερισμό. Για τον θερισμό χρησιμοποιούσαν το δρεπάνι και το παλαμάρι. Με το δρεπάνι θέριζαν, ενώ το παλαμάρι το φορούσαν στο άλλο χέρι σαν προστασία προς αποφυγή κοψίματος. Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρωνόταν ο θερισμός, συνεργατικά, πιο γρήγορα και πιο ευχάριστα.

Τα χειρόλαβα, δηλαδή τα στάχυα (ή τα κριθάρια και τα σιτάρια) που τα έπιαναν στην χούφτα και τα θέριζαν, τα έκαναν δεμάτια. Αυτά τα φόρτωναν στο γαϊδούρι ή στο άλογο και σε περίπτωση που υπήρχε κάρο, τα μετέφεραν μέσω αυτού στα αλώνια.

Στο χωριό υπήρχαν τέσσερα αλώνια. Αλώνι ονομαζόταν ένας μεγάλος επίπεδος χώρος, στον οποίο φυσούσε ένα απαλό αεράκι. Τα πρώτα χρόνια έζευαν τα άλογα στο «τοκάν», ένα μεγάλο και φαρδύ ξύλο, το οποίο είχε από κάτω κάτι ειδικές πέτρες, που έσπαζαν το στάχυ και ξεχώριζαν τον καρπό. Οι γεωργοί άπλωναν τα στάχια στο έδαφος και το άλογο περνούσε από πάνω με το «τοκάν». Ύστερα γινόταν το λεγόμενο «λίχνισμα». Αφού ξεχώριζαν τον καρπό, τον πετούσαν ψηλά με φτυάρια και με τον αέρα τα άχυρα έφευγαν πιο πίσω και ο καρπός έπεφτε στο έδαφος.

Μετά από κάποια χρόνια, το αλώνισμα γινόταν από ένα μηχάνημα, την πατόζα. Σ' αυτήν δούλευαν δέκα άτομα όλη την ημέρα. Το αλώνισμα, συνήθως, διαρκούσε ένα με ενάμιση μήνα. Μετά το αλώνισμα, τους καρπούς τους πήγαιναν στο σπίτι. Εκεί τα άλεθαν είτε με τον χειρόμυλο είτε τα μετέφεραν στον Μύλο του διπλανού χωριού με τα γαϊδούρια. Ο χειρόμυλος αποτελούνταν από δύο μεγάλες κυκλικές πέτρες η μία πάνω στην άλλην. Η κάτω πέτρα ήταν σταθερή και η από πάνω είχε ενσωματωμένο ένα ξύλο, με το οποίο την γυνρούσαν με σκοπό να σπάσουν το σιτάρι και να φτιάξουν πλιγούρι. Πολλοί άλεθαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και το καλαμπόκι, για να δημιουργήσουν καλαμποκίσιο αλεύρι.

Το δρεπάνι και το παλαμάρι.
Το δρεπάνι και το παλαμάρι.

Η παραγωγή καπνού ξεκινούσε με τα λεγόμενα «παρνίκια». Τα παρνίκια ήταν στενόμακρα και υπερυψωμένα δοχεία, στα οποία τοποθετούσαν σπόρους για να γίνουν τα καπνά. Τα παρνίκια τα είχαν στις αυλές των σπιτιών τους, τα πότιζαν και όταν μεγάλωναν τα μετέφεραν στα χωράφια, με άλογα ή με γαϊδούρια, με σκοπό να τα μεταφυτέψουν.

Επιπλέον, στην περιοχή υπήρχε καλλιέργεια αμπελιού. Κάθε σπίτι διέθετε δύο με τρία στέμματα αμπέλια και παρήγαγε το δικό του κρασί και τσίπουρο.

Για την παραγωγή του κρασιού μάζευαν τα στέμφυλα (τα τσαμπιά), τα πατούσαν με τα πόδια και τα έβαζαν σε δρύινα βαρέλια και τα άφηναν να ζυμωθούν. Μόλις ήταν έτοιμο το κρασί, το τοποθετούσαν σε μπουκάλια για να το χρησιμοποιήοσυν. Με τα υπολείμματα των στέμφυλων από την παραγωγή του κρασιού έφτιαχναν το τσίπουρο. Τα υπολείμματα τα μετέφεραν στα καζάνια, τα έβραζαν και μέσα από έναν σωλήνα μεταφέρονταν σε ένα δοχείο με κρύο νερό. Ύστερα το μείγμα μεταφερόταν σε ένα καλό καζάνι, στο οποίο ατμοποιούνταν και όταν κρύωνε, μάζευαν το πλέον τσίπουρο.

Οι Πόντιοι γεωργοί είχαν ένα έθιμο, την Κουσκουτάνα. Το έθιμο της Κουσκουτάνας προήλθε από τους πρόσφυγες Ποντίους των Κοτυώρων (Ορντού). Έλεγαν πως στα Κοτύωρα ζούσε μια ψηλή και πολύ άσχημη γυναίκα, η οποία γυρνούσε τις αυλές των σπιτιών σε περιόδους αμβροσίας και έλεγε το εξής τραγούδι:

Πρωτότυπο

Κουσκουτάνα νεϊστέρ, Αλλαχ' τάρα μούϊστέρ Βερ' αλλάχ βερ' αλλάχ

 Μετάφραση

Θεέ μου ρίξε μια βροχή Μια βροχή δυνατή Να φυτρώσουν τα σπαρτά μας

Το τραγούδι αυτό ουσιαστικά ήταν μία παράκληση στον Θεό για να βρέξει και να γίνουν τα σπαρτά των κατοίκων του χωριού. Φήμες έλεγαν ότι την ημέρα μετά το τραγούδι της Κουσκουτάνας έβρεχε πάντα.

Ωστόσο, αυτή ξαφνικά εξαφανίστηκε από προσώπου γής, όπως μαθαινουμε. Παρότι οι άνθρωποι την έψαξαν εκεί στα Κοτύωρα, δε την βρήκαν ποτέ. Όταν ήρθαν στο χωριό εδώ του Αγίου Αντωνίου, συνέχισαν να πραγματοποιούν το έθιμο, φτιάχνοντας μια κούκλα σαν ομοίωμα της γυναίκας αυτής. Με την πάροδο των ετών το έθιμο αυτό ξεχάστηκε μέχρι το 2019 έτος κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η αναβίωσή του από τη Νεολαία Αγίου Αντωνίου.

Πέρα από το έθιμο της Κουσκουτάνας, οι κάτοικοι πραγματοποιούσαν πολλές λιτανείες, γυρνούσαν, δηλαδή, στα χωράφια τους όλοι μαζί κρατώντας εικόνες στα χέρια τους και με την συνοδεία του ιερέως του χωιού.

Όσον αφορά τους Σαρακατσάνους πριν την ένταξή τους στον κεντρικό οικισμό του χωριού, τα κύρια προϊόντα που καλλιεργούσαν ήταν το σιτάρι, το κριθάρι και η σίκαλη. Το σιτάρι αποτελούσε πρώτη ύλη για την διατροφή τους, το κριθάρι για να ταΐζουν τα ζώα τους και τη σίκαλη για να σκεπάζουν τα μαντριά τους. Τα χωράφια τους τα όργωναν χρησιμοποιώντας το αλέτρι. Στον θερισμό δούλευαν όλοι μαζί, καθώς ήταν δεμένοι και ήθελαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Ο αλωνισμός γινόταν με αδοκάνι, δεκάνι και καρπολόχη, τα οποία ήταν ειδικά εργαλεία για το αλώνισμα. Είχαν δικούς τους πετρόμυλους, οι οποίοι ήταν χειροκίνητοι για το άλεσμα.

ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΖΩΗ

Στον Άγιο Αντώνιο, υπήρχαν κοπάδια από πρόβατα, γίδια και όχι τόσο από αγελάδες. Ο καθένας είχε στο σπίτι του ένα με δύο αγελάδες, οι οποίες στο σύνολό τους έφταναν περίπου τις 150. Την Άνοιξη ένας τσομπάνος τις μάζευε όλες μαζί για να βοσκίσουν. Αρχικά τις πότιζε σε μία από τις τέσσερις μπάρες (μικρές λιμνούλες) του χωριού και ύστερα τις πήγαινε στο βουνό να βοσκίσουν. Ως αμοιβή έπαιρνε ένα κιλό σιτάρι για κάθε ζώο. Το άρμεγμα της αγελάδας γινόταν με τα χέρια σε έναν ειδικό κουβά, την καρδάρα. Αυτό το έβραζαν και το χρησιμοποιούσαν στην παραγωγή τροφών.

Μέσα στο χωριό υπήρχαν τρία με τέσσερα μαντριά που ήταν προσβάσιμα στους λύκους. Τα μαντριά τα έφτιαχναν με σίκαλη και ξύλα ή από πηλό. Την σίκαλη την έκοβαν και την έστρωναν από πάνω ως σκεπή. Μετά από κάποια χρόνια, ως σκεπή χρησιμοποιούσαν λαμαρίνες. Κάθε μαντρί διέθετε και την στρούγγα του, στην οποία γινόταν το άρμεγμα και το κούρεμα των ζώων.

Σε κάθε κοπάδι υπήρχαν τουλάχιστον τέσσερα σκυλιά και αυξάνονταν ανάλογα με τον αριθμό των προβάτων και των γιδιών. Τον χειμώνα τάϊζαν τα ζώα στα καφάσια μέσα στο μαντρί. Τους έδιναν βαμβακόπιτα, κριθάρι και τριφύλλια. Την άνοιξη και το καλοκαίρι τα έβγαζαν στο βουνό για βοσκή. Έφευγαν πάντα το πρωί αφού τα ζώα έπιναν πρώτα νερό από τις κοπάνες και γυρνούσαν το βράδυ. Μερικές φορές οι βοσκοί κοιμόντουσαν στην εξοχή και τα πρόβατα έβοσκαν όλο το βράδυ, κάτι που σήμαινε ότι την επόμενη μέρα θα έβρεχε. Το κοπαδι το οδηγούσαν τα τραγιά, τα οποία φορούσαν τις κουδούνες. Μόλις επέστρεψε το κοπάδι γινόταν και το άρμεγμα.

Το άρμεγμα γινόταν στην στρούγγα. Έβαζαν μέσα τις θηλυκές και με τον κόπανο ένας βοσκός την χτυπούσε μία μία, για να μπεί στο στενό σημείο της στρούγγας για να την αρμέξουν. Ο κόπανος ήταν ένα μεγάλο ξύλο, το οποίο χρησιμοποιούσαν και στο κούρεμα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Το κούρεμα γινόταν πάλι στην στρούγγα με το κουροψάλιδο. Έδεναν τα κέρατα από τα γίδια σε δύο ξύλα και με το ψαλίδι τα κούρευαν. Άφηναν πάντοτε ένα «καπελάκι», δηλαδή κάποιο τρίχωμα, στην πλάτη τους για τη ζέστη, το χαλάζι κλπ. Τα πρόβατα τα κούρευαν παντοτε πρώτα από την κοιλιά και στο τέλος την πλάτη. Το μαλλί είτε το πωλούσαν, είτε το έπλεκαν και έφτιαχναν κάλτσες, ρούχα, σκεπάσματα ή μαξιλάρια.

Προστάτες Αγίους οι κτηνοτρόφοι στο χωριό είχαν τον Άγιο Μόδεστο και τον Άγιο Μάμα.

Οι Σαρακατσάνοι ήταν κυρίως κυνηγοί και κτηνοτρόφοι, κυκλοφορούσαν πάντα με το τουφέκι και την κλίτσα τους. Τα πρόβατά τους τα χώριζαν σε στέρφα (στείρα) και γαλάρια (γόνιμα). Σε κάθε κοπάδι υπήρχαν τρία με τέσσερα γερά σκυλιά που τα φυλούσαν. Κάθε κοπάδι είχε περίπου χίλια πρόβατα. Το άρμεγμα και το κούρεμα γινόταν στην στούγγα. Το κούρεμα, συνήθως, πραγματοποιούνταν την ημέρα του Αγίου Γεωργίου.

Το μαλλί των προβάτων το έπλεναν και το χώριζαν. Τα μαλλιά που προορίζονταν για σκεπάσματα και κουβέρτες τα έκοβαν σε λωρίδες για να μπορούν να τα επεξεργάζονται ευκολότερα οι γυναίκες στο αράχτι και τους αργαλιούς. Τα μαλλιά που γινόντουσαν κάπες ήταν ενιαία και τα έλεγαν «μπουκάρια».

Τα πρόβατά τους, συνήθως, έπασχαν από την γλαπάτσα, ασθένεια, η οποία προερχόταν από στάσιμα νερά. Τα ζώα τρελαίνονταν και δεν μπορούσαν να τα ελέγξουν. Όταν βοσκούσαν τα πρόβατά τους στη φύση, εκείνοι συνήθιζαν να παίζουν φλογέρα και αργότερα κλαρίνο.

Οι Σαρακατσάνοι ήταν δεινοί κυνηγοί και κυνηγούσαν κυρίως λαγούς, πέρδικες και αγριογούρουνα. Ήταν πολύ εξοικειωμένοι με αυτήν την ασχολία και γνώριζαν πότε ακριβώς να πυροβολήσουν το ζώο για να το πετύχουν.

ΤΡΟΦΕΣ

Κάθε νοικοκυριό είχε αυτονομία όσον αφορά τις τροφές που κατανάλωνε. Παρήγαγαν το δικό τους βούτυρο, γάλα, γιαούρτι και τυρί, τα οποία και χρησιμοποιούσαν στην διατροφή τους.

Για την παραγωγή του βουτύρου, κρεμούσαν πάνω στο δέντρο ή στο ταβάνι δύο άκρες ενός εργαλείου, το οποίο ονομαζόταν «δουρβάνι», ρίχνανε μέσα το γάλα ή το γιαούρτι, το οποίο μάζευαν εννοείται τέσσερις με πέντε ημέρες πριν. Έπειτα, το χτυπούσανε δύο άτομα από τις άκρες του, ώσπου να βγει το βούτυρο, αλλά και το ταν (αριάνι). Αυτή η διαδικασία πραγματοποιούνταν μία φορά κάθε μήνα.

Για την παραγωγή τυριού έπαιρνα το γάλα τους και αφού το στράγγιζαν, το τοποθετούσαν σε ένα αλουμινένιο καζάνι και το έβραζαν σε θερμοκρασία 17-22°C για να πήξει. Το έβραζαν για καμία ώρα και γινόταν γιαούρτι. Έπειτα, το έβαζαν στις τσαντίλες και το στράγγιζαν σε ένα μεγάλο δοχείο. Εκεί το άφηναν για δέκα ώρες και μετά το έκοβαν και τα κομμάτια τα έβαζαν σε μεγάλα δοχεία με την άλμη, την οποία έφτιαχναν με νερό και αλάτι. Για τρία κιλά νερό έβαζαν ένα κιλό αλάτι. Για να καταλάβουν ότι η άλμη ήταν έτοιμη έβαζαν μέσα ένα αυγό, το οποίο αν ανέβαινε στην επιφάνεια, σήμαινε ότι ήταν έτοιμη. Αυτά τα δοχεία με το τυρί και την άλμη, τα γυρνούσαν κάθε οχτώ ώρες για τέσσερις με πέντε ημέρες. Όταν έβγαζαν μια γλυκιά ξινίλα, τα τοποθετούσαν σε τενεκέδες με άλμη και τα διατηρούσαν για 4 μήνες.

Για την παρασκευή του ψωμιού, η νοικοκυρά ζύμωνε τη ζύμη και την έβαζε σε μία ειδική θήκη, την πινακοτή. Αυτό το πήγαινε στο φούρνο, ο οποίος είχε ένα θόλο και έκλεινε με ένα καπάκι, με σκοπό να ψηθούν. Πρώτα καθάριζαν τον φούρνο με τα καταμάλια, τα οποία ήταν σίδερα με δεμένα πανιά στην άκρη. Έπειτα έβαζαν τα ψωμιά σ' ένα ξύλινο εργαλείο, το «πυριφτέ» και τα έβαζαν στον αναμμένο φούρνο, τον οποίο άναβαν με πουρνάρια. Έκλειναν τον φούρνο και κάθε 5' λεπτά η νοικοκυρά τα έλεγχε για να μην καούν.

Οι Σαρακατσάνοι δεν έφτιαχναν ποτέ το ψωμί τους την ημέρα Τρίτη.

Συνηθισμένες τροφές των Ποντίων ήταν ο τανωμένος σορβάς, το χασίλ, ο τραχανάς, το χαβίτς, το λαβάς, οι πίτες, το σαραγλί, το ρετσέλι, το περέκ, τα πιροσκί, το πασκιτάν, τα λάχανα με φασόλια και το κουσκούς.

Για τον τανωμένον σορβά έβραζαν το κορκότο (πλιγούρι, δηλαδή το αποφλοιωμένο σιτάρι). Αφού έβραζε, έβαζαν στο τηγάνι αγελαδινό βούτυρο και πρόσθεταν μέσα ρίγανη ή σογάνε (αποξηραμένα και τριμμένα φύλλα πράσου) και τα καβούρντιζαν. Ύστερα το τοποθετούσαν μέσα σε ένα μπολ για να κρυώσει, ενώ το ανακάτευαν με το πασκιτάν (στραγγιστό γιαούρτι).

Για το χασίλ έκοβαν ένα κρεμμύδι και το καβούρντιζαν. Πρόσθεταν το κορκότο και σιγά σιγά νερό. Αφού έβραζε πρόσθεταν κόκκινη πιπεριά ή ντομάτα.

Το χαβίτς ήταν κάτι σαν κρέμα. Τηγάνιζαν καλαμποκίσιο αλεύρι, ρίχνοντας σιγά σιγά νερό, το ανακάτευαν και γινόταν το χαβίτς.

Το πασκιτάν ήταν στραγγιστό γιαούρτι. Χτυπούσαν το γάλα σε ξύλινα δοχεία με νερό. Αυτό που γινόταν, δηλαδή το μείγμα, το έβραζαν και γινόταν το πασκιτάν.

Για το περέκ είχαν μεγάλα τηγάνια με καπάκι. Το έβαζαν πάνω στην πυροστία, στο τζάκι και έβαζαν βούτυρο για να λιώσει. Μόλις έλιωνε έβαζαν τρεις με τέσσερις γιοχάδες (φύλλα για περέκ), αφού τα έβρεχαν πρώτα, την γέμιση και από πάνω άλλους τρεις με τέσσερις γιοχάδες και τα γυρνούσαν κάθε τόσο. Για την γέμιση χτυπούσαν 5-6 αυγά με τυρί και πιπέρι.

Για τα λάχανα με φασόλια, έβραζαν τα φασόλια με λίγο αλεύρι, έπλεναν το μαύρο λάχανο, το έβαζαν στα φασόλια και το ζέσταιναν με κρεμμύδι και κορκότο.

Για να φτιάξουν κουσκούς, έσπαγαν 6-7 αυγά, τα ανακάτευαν με γάλα, σιμιγδάλι, αλεύρι και γινόταν ζυμάρι. Αυτό το άπλωναν και το γυρνούσαν κάθε τόσο με το χέρι.

Το λαβάς ήταν κάτι σαν ψωμί, ποντιακό ψωμί. Η διαδικασία του ήταν ίδια με των πιροσκί. Άνοιγαν το ζυμάρι, έβαζαν μέσα την γέμιση τυριού ή πατάτας και το έβαζαν στον φούρνο. Μόλις έβγαινε από τον φούρνο, άλειφαν βούτυρο και το έτρωγαν. Αντιθέτως, τα πιροσκί τα τηγάνιζαν και τα έτρωγαν χωρίς βούτυρο.

Ο γαβουρμάς ήταν ψιλοκομμένο χοιρινό, το οποίο το έβραζαν. Αυτό έβγαζε λίπος, το οποίο άφηναν να κρυώσει. Μετά έπαιρναν τα κρεατάκια, τα παστώνανε το ένα πάνω στο άλλο βάζοντας αλάτι.

Το σαραγλί ήταν γλυκό που το έφτιαχναν τα Χριστούγεννα. Άνοιγαν φύλλο και έριχναν σουσάμι κοπανιστό και ζάχαρη. Συνολικά ήταν 5 με 6 φύλλα. Έπειτα το εβαζαν στον φούρνο να ψηθεί. Όσο ψηνόταν, έβραζαν νερό με ζάχαρη και έφτιαχναν το σιρόπι, το οποίο εκ των υστέρων έριχναν από πάνω.

Το ρετσέλι ήταν μαρμελάδα. Έκοβαν κολοκύθι, κυδόνι, μελιτζάνα ή καρπούζι, τα έβραζαν με πολύ νερό και ζάχαρη και γινόταν το γλυκό αυτό.

Έφτιαχναν τυρόπιτες, σπανακόπιτες και κολοκυθόπιτες. Ιδιαίτερες πίτες έφτιαχναν οι Σαρακατσάνοι, όπως η στριφτόπιτα, την οποία έφτιαχναν με χόρτα, λάχανο ή τυρί. Είχε τουλάχιστον 20 φύλλα, τα οποία δεν ανοίγονταν εξ' ολοκλήρου με τον πλάστη. Φτιάχνονταν μικρά και ανάμεσα σε κάθε φύλλο έβαζαν γέμιση. ε την πίεση που ασκούταν σε κάθε νέο φύλλο η πίτα απλωνόταν. Στο τέλος έστριβαν την πίτα όπως έστιβαν τα ρούχα, γι' αυτό και ονομάστηκε στριφτόπιτα. Κάποιες άλλες πίτες ήταν ο μπλανός και η τυλιχτή.

Έσφαζαν συχνά κάποιο αρνί ή κατσίκι για να φάνε. Έκαναν σούβλες και κοκορέτσια στις γιορτές. Πολλές φορές έσφαζαν και γουρούνια, ποτέ όμως δεν έτρωγαν λουκάνικα αν δεν είχαν περάσει τα Θεοφάνεια. Επίσης, μοίραζαν κρέας στις γιορτές σε οικογένειες που δεν είχαν, για να είναι πιο γιορτινό το τραπέζι τους.

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

Οι Πόντιοι και οι Θρακιώτες στο χωριό δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη ενδυμασία. Τις φορεσιές τους δεν τις φορούσαν συχνά. Οι άνδρες φορούσαν ένα παντελόνι και μία μπλούζα. Έτσι ντύνονταν και τα μικρά αγόρια, εκτός από κάποιες περιπτώσεις που τα έντυναν με φουστανέλα. Τα μικρά κορίτσια ντύνονταν με κοντά φορέματα, τα οποία ήταν πολύχρωμα και ανοιχτόχρωμα. Οι μεγαλύτερες κυρίες φορούσαν φούστες και φορέματα μέχρι το γόνατο, ενώ τα χρώματα που προτιμούσαν ήταν πιο σκούρα. Οι ηλικιωμένες γυναίκες φορούσαν μαύρα ρούχα, μαντίλες και φούστες κάτω από το γόνατο.

Οι Σαρακατσάνοι φορούσαν παντελόνι μόνον όταν έκαναν τις καθημερινές εργασίες τους. Γενικώς, φορούσαν φουστανέλες. Οι γυναίκες και τα κορίτσια φορούσαν τη σαρακατσάνικη γυναικεία φορεσιά, ακόμα και στον γάμο.

ΓΑΜΟΣ

Ο γάμος, κατά κύριο λόγο, την εποχή εκείνη γινόταν με προξενιά, όπως στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας.. Αρχικά, υπήρχε ένας διαμεσολαβητής, ο οποίος ενημέρωνε τον πατέρα της νύφης ότι επιθυμεί ν τον επισκεφτεί κάποιος για να ζητήσει την κόρη του σε γάμο. Ύστερα πήγαινε ο πατέρας του γαμπρού με κάποιο κοντινό του πρόσωπο στον πατέρα της νύφης για να του ανακοινώσουν την επιθυμία τους και να συζητήσουν για την προίκα της κοπέλας. Αν συμφωνούσαν οι πατεράδες, το ανακοίνωναν μετά στα παιδιά. Την επόμενη μέρα πήγαινε ο πατέρας με τον γιό του για να ζητήσουν το χέρι της κοπέλας.

Την πρώτη Κυριακή μετά το προξενιό γινόταν ο αρραβώνας. Μέρι να γίνει ο γάμος οι αρραβωνιασμένοι μπορούσαν να βγούνε για φαγητό μαζί. Το Σάββατο πριν τον γάμο, διοργάνωναν γλέντι στην αυλή της νύφης με οργανοπαίκτες. Οι προσκλήσεις του γάμου ήταν μαντήλια ή πετσέτες, τις οποίες έδιναν στους πιο κοντινούς ανθρώπους της οικογένειας. Στους οργανοπαίκτες έδιναν μαντήλι και ένα ζευγάρι κάλτσες. Στην αυλή υπήρχαν είκοσι με τριάντα τραπέζια, τα οποία δανείζονταν από το καφενείο του χωριού και τρία με τέσσερα ταψιά φαγητό για τους καλεσμένους του γάμου. Την Κυριακή του γάμου, η νύφη χόρευε κάτω από την κουλούρα πριν βγεί από το σπίτι και μέχρι την άφιξη της νύφης στην εκκλησία.

Την ώρα της στέψης, στο «Η δε γυνή ινά φοβήται τον άνδρα», όποιος προλάβαινε τα πατήσει το πόδι του άλλου, θα είχε το πάνω χέρι. Μετά την τελετή η νύφη πήγαινε να μείνει στο σπίτι των πεθερικών. Πριν μπεί στο σπίτι, έβαζαν στην είσοδο ένα άσπρο πιάτο, το οποίο πατούσε η νύφη, κι αν έσπαγε σήμαινε ότι θα έσπαγε τον πάγο, εάν πάλι όχι, σήμαινε ότι η πεθερά θα την έκανε ό,τι ήθελε. Επιπλέον, η νύφη ήταν υποχρεωμένη να πλένει τα πόδια των πεθερικών, να κάνει δουλειές και να υπακούει στις διαταγές της πεθεράς.